16|04|2011 21:35

Έχει φτιάξει σανδάλια για τους Beatles και την Κάλλας, για την Τζάκι Κένεντι-Ωνάση, τον Νουρέγιεφ και για αμέτρητες σταρ. Η Κέιτ Μος μπήκε στο μαγαζί του ξυπόλητη και βγήκε με σανδάλια κι η Σοφία Λόρεν με τα δικά του πέδιλα τραγούδησε το «Τι ’ναι αυτό που το λένε αγάπη;».

Ο Μελισσινός, ο ποιητής των σανδαλιών, μιλάει στην iefimerida για το ιερό πέδιλο και αποκαλύπτει την ιστορία του.

ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΠΑΣΤΑΜΟΥ, ΦΩΤΟ: Manteau Stam

Κατεβαίνοντας την Ερμού μετά το Μοναστηράκι, στην Αγίας Θέκλας βλέπεις ένα μικρό μαγαζάκι με ένα τεράστιο σανδάλι κρεμασμένο έξω από τη βιτρίνα (συγκεκριμένα πιάνει τη μισή βιτρίνα) και την επιγραφή «Melissinos: The poet sandal maker of Athens». Πρόκειται για το πρώτο και πιο ιστορικό μαγαζί  αρχαιοελληνικών παπουτσιών που έντυσε τα ’60s και τα ’70s. Στο εσωτερικό σανδάλια με ονόματα όπως Μαρία Κάλλας και Jackie O, μια τύπισσα με μυτερά δόντια και στήθος ζωγραφισμένη σε ξύλο, κορνιζαρισμένα γράμματα από τον Κάρολο της Αγγλίας και πανεπιστήμια του εξωτερικού, δεκάδες αποκόμματα από δημοσιεύματα του ξένου τύπου και τουρίστες που δεν σταματάνε να ψωνίζουν και να φωτογραφίζονται με τον χαμογελαστό ιδιοκτήτη, τον Παντελή Μελισσινό, ζωγράφο και  τρίτη γενιά σανδαλοποιό.

Ο παππούς μου, ο Γιώργος Μελισσινός άνοιξε το μαγαζί το 1920.Έφτιαχνε ορειβατικά, δερμάτινα μποτάκια  και γυναικεία παπούτσια. Ο πατέρας μου, ο Σταύρος, ο ποιητής σανδαλοποιός όπως έγινε μετά γνωστός, συνέχισε την δουλειά φτιάχνοντας ό, τι και ο παππούς μου.

Στις αρχές του ‘60 ήρθε μια Αγγλίδα χορογράφος και του ζήτησε να της φτιάξει μερικά σανδάλια, σαν τα αρχαιοελληνικά για μια παράσταση. Έξι ζευγάρια. Ο πατέρας μου της τα έφτιαξε και έκανε και μερικά κομμάτια παραπάνω. Αυτά άρεσαν στους Αμερικάνους που ζούσαν εδώ και που είχαν τις βάσεις, οπότε μέσα σε μια μέρα εξαφανίστηκαν όλα, ξεπούλησε. Έβγαλε όσα χρήματα έβγαζε μέσα σε έναν μήνα. Μάλιστα ο πατέρας μου αρχικά δεν ήθελε να φτιάξει τα σανδάλια. Ευτυχώς, τον είχε παρακινήσει ένας γείτονας.

Ήταν η πρώτη φορά που πουλιούνταν τέτοια παπούτσια σε μαγαζί. Είχαν ξαναφτιαχτεί προηγουμένως, αλλά μόνο για παραστάσεις και γιορτές. Σαν μόδα, ο πατέρας μου τα λανσάρισε.

Τον κορόιδευαν στην αρχή οι Έλληνες, έλεγαν «τον έχει βαρέσει». Γιατί υπήρχαν εκείνη την εποχή διάφοροι που ντύνονταν αρχαίοι Έλληνες. Θυμάμαι έναν που κυκλοφορούσε με άρμα. Τελικά μάθαμε ότι είχε ταβέρνα με αρχαιοελληνικά φαγητά και μάλιστα πολύ πετυχημένη.

Παρόλα αυτά συνέχισε να  φτιάχνει τα σανδάλια και ακολούθησε πανικός. Όλοι οι τουρίστες τα ζητούσαν και τα ξένα περιοδικά έγραφαν για τον ποιητή σανδαλοποιό της Αθήνας γιατί εκτός από τα σανδάλια έφτιαχνε και ποιήματα και γενικά τον ενδιέφερε η τέχνη.

Οι Beatles ήρθαν το ‘67 στο μαγαζί και έγινε της κακομοίρας. Είχαν μαζευτεί τα κορίτσια έξω και χτυπούσαν τα παράθυρα που ήταν έτοιμα να σπάσουν. Νωρίτερα είχε έρθει και η Σοφία Λόρεν και κατά καιρούς πάρα πολλοί άλλοι διάσημοι από τον Νουρέγιεφ και τον Jeremy Irons μέχρι την Kate Moss. Την τελευταία δεν τη αναγνώρισα κιόλας.

Έγραφε λοιπόν ο ξένος τύπος για αυτά τα ελληνικά σανδάλια και τότε το πήραν πρέφα και οι άλλοι μαγαζάτορες και άρχισαν όλοι να πουλάνε και εκείνοι. Γέμισε όλη η  Πανδρόσου σανδάλια, τα περισσότερα κακής ποιότητας γιατί τα έφτιαχναν πρόχειρα, τουριστικά όπως και τώρα. Τα δικά μας είναι custom made. Τα ανοίγουμε και ουσιαστικά τα ξαναφτιάχνουμε πάνω στο πόδι του πελάτη.

Εκεί, στη Πανδρόσου ήταν αρχικά και το δικό μας μαγαζί. Στο καιρό της δικτατορίας ήθελαν να μας διώξουν. Ήθελαν να γκρεμίσουν όλα τα μαγαζιά για να φανεί η αγορά. Αλλά επενέβη η Τζάκι Ωνάση. Είχε πάρει και αυτή σανδάλια από τον πατέρα μου και όταν το έμαθε τηλεφώνησε στους χουντικούς και αυτοί σταμάτησαν. Τελικά από τη Πανδρόσου φύγαμε το 2004, στους Ολυμπιακούς. Νοικιάζαμε, δεν το είχαμε αγοράσει το μαγαζί και μας διώξανε γιατί το ήθελε ο ιδιοκτήτης.

Ποτέ δεν βγάλαμε πολλά λεφτά γιατί δεν είμαστε έμποροι να χτυπάμε τις τιμές. Το κάναμε με την νοοτροπία του μάστορα που φτιάχνει κάτι και το κοστολογεί με βάση το πόσο έχει δουλέψει. Δεν γίνεται έτσι να βγάλεις λεφτά τόσα ώστε να αγοράζεις ακίνητα.

Εγώ έχω αναλάβει από το 2004 το μαγαζί. Γεννήθηκα την εποχή των χίππιδων, αλλά μεγάλωσα με άλλα πράγματα. Με new wave και τέτοια. Τους συμπαθούσα όμως.

Όταν πήγα να σπουδάσω στο εξωτερικό, όποιος άκουγε το επώνυμό μου μού έλεγε για τα σανδάλια. Τότε ακόμα το θεωρούσα σύμπτωση. Σπούδασα εικονογράφηση στη Νέα Υόρκη και έκανα μάστερ στη ζωγραφική. Ασχολήθηκα με την σκηνογραφία και την ενδυματολογία, έχω γράψει και μια κωμωδία, τον Βάκχο. Τα έργα εδώ μέσα είναι δικά μου. Θα θελα να τη συνεχίσω τη ζωγραφική, αλλά δεν είναι εύκολο με αυτές τις συνθήκες στη χώρα. Δεν υπάρχει χρόνος, όλη μέρα πρέπει να  δουλεύουμε.

Είναι δύσκολο αυτή την εποχή να φτιάχνεις χειροποίητα πράγματα. Δουλεύουμε ολόκληρη τη μέρα και πουλάμε τα σανδάλια σε πιο χαμηλή τιμή από αυτή που αξίζουν. Είναι κάπως τραγική η κατάσταση. Είναι το γνωστό που λένε ότι στην Ελλάδα κανένας δεν βοηθάει. Και όχι μόνο αυτό. Σε πολεμάει κιόλας το κράτος. Ακόμα και αυτόν τον μικρό χώρο τον νοικιάζουμε. Το Υπουργείο Πολιτισμού έχει τόσους χώρους και παρ’ όλα αυτά δεν μας παραχωρεί κάποιον. Ακόμα και αν μπορούσαμε να νοικιάζουμε κάποιον από αυτούς, θα ήταν καλύτερα για μας. Να μην είχαμε τουλάχιστον την ανησυχία ότι μπορεί μια μέρα να μας πετάξουν έξω. Να μπορεί και κόσμος να έρχεται να βλέπει τη διαδικασία με την οποία φτιάχνεται το σανδάλι. Να είναι ένα ζωντανό μουσείο, να κάνουμε εργαστήρια, σεμινάρια. Ήθελα να τους στείλω ένα γράμμα αλλά απογοητεύομαι πριν το στείλω και δεν το κάνω. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν καθόλου φαντασία.

Πηγή: Μελισσινός: ο ποιητής των σανδαλιών | iefimerida.gr