Το οικόσημο των Μελισσινών

Ελληνική αριστοκρατική οικογένεια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Βυζάντιο), συγγενής πολλών μεγάλων ελληνικών κι ευρωπαϊκών οικογενειών. Ο πατρίκιος Μιχαήλ Μελισσινός (συγγενής του αυτοκράτορα Μιχαήλ 1ου Ραγκαβή) κι άρχοντας του ανατολικού τομέα της αυτοκρατορίας, θεωρείται ως ο γενάρχης του οίκου των Μελισσινών (741-775), ενώ η αδελφή του Ευδοκία υπήρξε σύζυγος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου 5ου.

Από τον 9ο ως τον 11ο αιώνα, μέλη του οίκου των Μελισσινών υπήρξαν, πρωταρχικά, άρχοντες διαφόρων περιοχών, σε όλη την αυτοκρατορία, καθώς και ηγέτες στρατευμάτων. Τον 11ο Αιώνα, ο δεσπότης Νικηφόρος Μελισσινός έλαβε τον τίτλο του καίσαρα από τον αυτοκράτορα Αλέξιο 1ο Κομνηνό, που επίσης έστειλε τον πρίγκιπα Ανδρέα Μελισσινό στην Κρήτη για να διασφαλίσει την ειρήνη και τάξη. Ο Ανδρέας Μελισσινός, έτσι, έγινε ο γενάρχης του εκεί κλάδου του οίκου των Μελισσινών. Το 1669, μετά από κάποιες ανεπιτυχείς εξεγέρσεις κατά των τουρκικών δυνάμεων, μερικά μέλη του οίκου της Κρήτης μετανάστευσαν σε ασφαλέστερα μέρη της Ελλάδας. Από τον 11ο ως τον 13ο αιώνα, μέλη της οικογένειας υπήρξαν σημαντικοί κάτοχοι γαιών και διοικητές.

Το 1261, ο πρίγκιπας Αλέξιος Μελισσινός, ο επονομαζόμενος και Στρατηγόπουλος, κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη κι έδιωξε τις κατοχικές δυνάμεις των Φράγκων. Τον 15ο αιώνα η Μαρία η Μελισσινή (1404-1435) ήταν δούκισσα των Αθηνών ενώ ο Γρηγόριος Μελισσινός, που έγινε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως το 1443, κατέφυγε στην Ρώμη το 1450. Το 1572, ο Μακάριος Μελισσινός, αρχιεπίσκοπος Επιδαύρου, ηγήθηκε επανάστασης κατά του οθωμανικού ζυγού στην Ελλάδα. Σύμφωνα με κάποιες διηγήσεις ο οίκος των Μελισσινών συγγένευε με την οικογένεια των Θεοτόκη ή Θεοτοκόπουλων και συνεπώς και με τον Κυριάκο Θεοτοκόπουλο (El Greco), του οποίου η οικογένεια, μετά την οθωμανική κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως, βρήκε άσυλο στην επικράτεια των Μελισσινών της Κρήτης, στο Φόδελε. Τους αιώνες που ακολούθησαν ο οίκος των Μελισσινών έχασε σταδιακά την πολιτική και στρατιωτική του ισχύ.